Σαΐνι – λίγα και ενδιαφέροντα γι’ αυτό το σπάνιο είδος πουλιού

0
337

1Εισαγωγή

Accipiter brevipes – Σαΐνι

Το Σαΐνι είναι είδος μη γνήσιου γερακιού (γένος Accipiter), που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική του ονομασία είναι Accipiter brevipes και δεν περιλαμβάνει υποείδη (μονοτυπικό).

  • Η Ελλάδα έχει την τιμή να φιλοξενεί τους μεγαλύτερους αναπαραγόμενους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, μετά την Ρωσία κάτι εξαιρετικά σημαντικό, δεδομένης της περιορισμένης και διάσπαρτης κατανομής του είδους

2Ονοματολογία

Ενήλικο αρσενικό σαΐνι

Η λατινική επιστημονική ονομασία του γένους, Accipiter (Hawk), σημαίνει «γεράκι», αλλά με διαφορετική σημασία από την ομώνυμη λέξη με την οποία αποδίδεται η, επίσης, λατινική λέξη Falco(Falcon). Στην ελληνική γλώσσα δεν υπάρχει, ωστόσο, κάποιος όρος που να αποδίδει την διαφορά μεταξύ αυτών των «γερακιών» (βλ. και Σημειώσεις).

Ο λατινικός όρος brevipes στην επιστημονική ονομασία του είδους προέρχεται από τα επί μέρους συνθετικά brevis «βραχύς, κοντός» + pes, -dis «πους, πόδι» και σημαίνει «αυτός που έχει κοντά πόδια». Η ονοματοδοσία οφείλεται στους κοντούς ταρσούς του πτηνού.

Η επιδεξιότητα και η ευστροφία του στο κυνήγι, έχει αποδοθεί με την ομώνυμη λέξη «σαΐνι», για τον δραστήριο και έξυπνο άνθρωπο που διακρίνεται για την ευστροφία ή την ικανότητα του να επωφελείται από τις περιστάσεις. [ΕΤΥΜ. < τουρκ. §ahin «γεράκι» < περσ. sahin «βασιλικό λευκό πτηνό»].

3Φωνή – ακούστε το!

Ενα διαπεραστικό <<κι-βεκ>>  ή <<γκι – γκικ>>, τελείως διαφορετικο από του ξεφτεριού

Ακούστε πως κελαηδάει το σαΐνι:

 

4Γνωρίσματα – Μορφολογία

Ενήλικο σαΐνι εν πτήσει (κοιλιακή όψη)

Όπως το ξεφτέρι, το σαΐνι είναι μετρίου μεγέθους γεράκι με, μικρό κεφάλι και, μάλλον, κοντές, πλατιές και αμβλείες πτέρυγες. Ωστόσο, είναι μεγαλύτερο από εκείνο, το μεσαίο σε μέγεθος από τα τρία ευρωπαϊκά είδη του γένους Accipiter. Εμφανίζει φυλετικό διμορφισμό (κυρίως χρωματικό), με τα θηλυκά να είναι μεγαλύτερα κατά 8% περίπου, η διαφορά όμως αυτή δεν είναι τόσο έντονη όσο στο ξεφτέρι. Γενικά, μοιάζει πολύ με το ξεφτέρι αν και οι πιο οξύληκτες φτερούγες που διαθέτει, τού δίνουν την αίσθηση ενός γνήσιου «γερακιού».

Οι πτέρυγες είναι στενότερες και πιο αιχμηρές από του ξεφτεριού και η ουρά ελαφρώς κοντύτερη. Στα ενήλικα άτομα, η κάτω επιφάνεια των πτερύγων εμφανίζεται κατά την πτήση ανοικτόχρωμη, σχεδόν λευκή, χωρίς ραβδώσεις (αντίθεση με το ξεφτέρι και το διπλοσάινο, ιδιαίτερα στα αρσενικά, ενώ οι άκρες τους είναι μαυριδερές (πιο σκούρες στα θηλυκά). Ωστόσο, σε κοντινή παρατήρηση, είναι εμφανείς οι κιτρινομπέζ λεπτές ρίγες, που υπάρχουν και στα δύο συγγενικά είδη. Αντίθετα, η ουρά έχει περισσότερες μπάρες (6-8) από του ξεφτεριού (4-5), με τελική, ευρύτερη μπάρα.

Το πάνω μέρος του σώματος είναι κυανόγκριζο στα αρσενικά και γκρίζο στο χρώμα του σχιστόλιθου στα θηλυκά. Στα ενήλικα θηλυκά και στα νεαρά άτομα υπάρχει λεπτή, σκούρα κεντρική λωρίδα στην περιοχή του λάρυγγα, όχι πάντοτε εμφανής. Από κοντά, το κύριο διαγνωστικό στοιχείο των ενηλίκων είναι η χαρακτηριστική, σκούρα -συνήθως κόκκινη- ίριδα και οι απόλυτα γκρίζες πλευρές του κεφαλιού, χωρίς λευκή υπεροφθάλμια λωρίδα όπως στο ξεφτέρι και το διπλοσάινο. Χρήσιμα διαγνωστικά στοιχεία είναι, επίσης, το έντονα κίτρινο κήρωμα και οι παχύτεροι ταρσοί σε σχέση με το ξεφτέρι.

Αρσενικό: Ράχη και παρειές ανοικτό γκρίζο ή κυανόγκριζο χρώμα, κοιλιά ανοικτόχρωμη, σχεδόν άσπρη, με πολύ διακριτικές οριζόντιες πορτοκαλί ρίγες (λιγότερο έντονες απ’ότι στο ξεφτέρι.

Θηλυκό: Ράχη και παρειές γκρίζο ή καφέ-γκρίζο χρώμα, λαιμός με καφέ κηλίδες ή σκούρα λωρίδα, κοιλιά σαν του αρσενικού, αλλά με μεγαλύτερη αντίθεση μεταξύ του ανοικτόχρωμου κάτω μέρους των πτερύγων και των σκούρων άκρων τους.

Τα νεαρά άτομα είναι σκούρα καφέ στο πάνω μέρος, με κάπως πιο σκούρα άκρα στις πτέρυγες, στοιχείο διακριτό στο έντονο φως. Πέρα από την λωρίδα στον λάρυγγα, έχουν κάθετες ραβδώσεις ή κηλίδες σε σχήμα σταγόνας στο στήθος και μοιάζουν περισσότερο με νεαρά διπλοσάινα, παρά με νεαρά ξεφτέρια.

5Βιότοπος

Sparrowhawk Accipiter brevipes

Το σαΐνι, σε αντίθεση με το συγγενικό ξεφτέρι, προτιμάει τα αραιά, πεδινά δάση πλατύφυλλων φυλλοβόλων, πρόποδες λόφων και βουνοπλαγιές σε ανοικτές περιοχές με χαμηλά υψόμετρα (το πολύ μέχρι 1.000 μ. ) και, αρκετές φορές, χαράδρες και απότομες όχθες δίπλα σε ποταμούς, ιδιαίτερα όταν δεν βρίσκεται σε μετανάστευση.  Ενίοτε, παρατηρείται κοντά ή και μέσα σε πεδινούς οικισμούς.

Κατά την διάρκεια της μετανάστευσης κουρνιάζει σε απομονωμένα άλση, χωράφια και οάσεις. Ελάχιστα είναι τα στοιχεία για τα ενδιαιτήματα διαχείμασης, πιθανόν αγκαθωτοί θαμνότοποι στο Σαχέλ, παρά το τροπικό δάσος.

  • Στην Ελλάδα, απαντά σε πεδινές, ανοικτές δασικές τοποθεσίες, παραποτάμια δάση, φυτείες με λεύκες και άλλα παρόμοια ενδιαιτήματα σε παράκτιες πεδιάδες, κοιλάδες ποταμών και χαμηλούς λόφους, μέχρι τα 600 μ., περίπου.

6Μεταναστευτική συμπεριφορά

Το σαΐνι είναι πλήρως μεταναστευτικό πτηνό, δηλαδή σε όλες τις περιοχές όπου απαντά, ουδέποτε ανευρίσκεται καθ’ όλη την διάρκεια του έτους. Οι ευρασιατικοί πληθυσμοί είναι αναπαραγωγικοί και μεταναστεύουν στην Αφρική για να διαχειμάσουν. Συγκεκριμένα, αφήνουν τους τόπους αναπαραγωγής τους γύρω στον Σεπτέμβριο, επιστρέφοντας τον Απρίλιο και τον Μάιο.

Τα σαΐνια ταξιδεύουν κατά σμήνη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, παρατηρούνται μεγάλες συναθροίσεις (πολλές φορές πάνω από 100 άτομα), σε συγκεκριμένους μεταναστευτικούς «διαδρόμους».  Μάλιστα, αυτό το στοιχείο διαφοροποιεί το σαΐνι από το συγγενικό ξεφτέρι -με το οποίο μοιάζει πολύ-, διότι εκείνο ταξιδεύει συνήθως μοναχικά.

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από την Ιταλία, την Αυστρία και την Πολωνία, το Καμερούν, την Τανζανία και την Κένυα, το Κατάρ και το Ουζμπεκιστάν.

  • Στην Ελλάδα -όπως και στις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες όπου απαντά, το σαΐνι είναι πλήρως μεταναστευτικό πτηνό, δηλαδή έρχεται και αναπαράγεται τα καλοκαίρια (Μάιος-Σεπτέμβριος) και φεύγει για την Αφρική, όπου διαχειμάζει κυρίως στα υψίπεδα της Αιθιοπίας (βλ. και Κατάσταση στην Ελλάδα).  Από την Κρήτη και την Κύπρο αναφέρεται ως σπάνιος διαβατικός επισκέπτης,  που σημαίνει ότι, σπάνια χρησιμοποιείται ο μεταναστευτικός «διάδρομος» της Μεσογείου.

7Τροφή

Το σαΐνι τρέφεται κυρίως με σαύρες και μεγάλα έντομα, όπως ακρίδες, σκαθάρια, τζιτζίκια και λιβελούλες. Επίσης με μικρά πτηνά, κυρίως σπουργίτια και μικρά θηλαστικά -κυρίως ποντίκια- και νυχτερίδες.

Τα έντομα αποτελούν τη βασική τροφή των νεοσσών.  Η τεχνική θήρευσης που χρησιμοποιεί μοιάζει με εκείνη του ξεφτεριού. Κυνηγάει συνήθως με απότομες, σχεδόν κάθετες εφορμήσεις από κλαδιά-παρατηρητήρια, αιφνιδιάζοντας το θήραμα.

8Αλλα χαρακτηριστικά

  • Τα σαΐνια είναι συνήθως μοναχικά, αλλά μπορούν να κυνηγούν κατά ζεύγη. Μερικές φορές δραστηριοποιούνται στο λυκόφως ενώ συχνά μεταναστεύουν τη νύχτα.  Τότε, σχηματίζουν μεγάλα σμήνη, από 20-100 ζευγάρια, σπανιότερα από 1.000-2.000 ζευγάρια, ιδιαίτερα στην περιοχή του Ισραήλ. Τα πουλιά που αποδημούν κουρνιάζουν ομαδικά σε δένδρα, αλλά στις ερημικές περιοχές ακόμη και στο έδαφος
  • Η περίοδος φωλιάσματος είναι, γενικά, από τα μέσα Μαΐου μέχρι τον Αύγουστο και η ωοτοκία πραγματοποιείται άπαξ σε κάθε αναπαραγωγική περίοδο.  Φωλιάζει σε πλατύφυλλα φυλλοβόλα δέντρα, 5-10 μ. από το έδαφος. Η φωλιά είναι μια μικρή και ρηχή (15 εκ. περίπου) κατασκευή από ξερόκλαδα, επιστρωμένη με νωπά φύλλα. Τοποθετείται στην διχάλα ενός δένδρου ή σε ένα μεγάλο κλαδί του. Η γέννα αποτελείται από (3-) 4 έως 5, ελαφρώς υποελλειπτικά αβγά, διαστάσεων 40,5 Χ 31,5 χιλιοστών. Η επώαση αρχίζει από το 1ο αβγό, πραγματοποιείται μόνον από το θηλυκό και διαρκεί 30-35 ημέρες. Οι νεοσσοί είναι ισχυρά φωλεόφιλοι και την διατροφή τους αναλαμβάνουν και οι δύο γονείς. Η πτέρωση πραγματοποιείται στις 40-45 ημέρες, αλλά παραμένουν κοντά στους γονείς τους για 2 εβδομάδες, περαιτέρω.
  • Η κατάσταση του παγκόσμιου πληθυσμού είναι γενικά καλή. Οι κίνδυνοι είναι εκείνοι που αφορούν σε όλα τα αρπακτικά πτηνά, κυρίως δηλητηριάσεις από φυτοφάρμακα και, δολώματα, καταστροφή βιοτόπων και λαθροθηρία με σκοπό την ταρίχευση. Το ίδιο ισχύει και για τους ελληνικούς πληθυσμούς, αν και το είδος είναι αρκετά σπάνιο στη χώρα (πολύ πιο σπάνιο από το ξεφτέρι).
  • Παρά το πολύ περιορισμένο εύρος κατανομής του, γενικά, το είδος δεν κινδυνεύει σε παγκόσμιο επίπεδο και αξιολογείται ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC) από την IUCN.
  • Στην Ελλάδα -Το σαΐνι εμφανίζει σχετικά περιορισμένη κατανομή στην χώρα, με πυκνή παρουσία σε Μακεδονία και Θράκη, αλλά όλο και πιο περιορισμένη στα νότια όπου, σταδιακά, καθίσταται σπάνιο. Η Στερεά Ελλάδα θεωρείται το νότιο όριο εξάπλωσης του είδους και με αραιή παρουσία σε 1-2 νησιά του Αιγαίου πελάγους. Παρόλο που μπορεί να φωλιάζει σε περιοχές κοντά στον άνθρωπο, συχνά δεν παρατηρείται λόγω κρυπτικής συμπεριφοράς. Η μεταναστευτική οδός που ακολουθούν οι ελληνικοί πληθυσμοί, περνάει από τα στενά του Βοσπόρου, τόσο κατά την εαρινή (Μάιος), όσο και κατά την φθινοπωρινή αποδημία (Αύγουστος-Οκτώβριος)

Το σχόλιό σας μας ενδιαφέρει

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.